Translate

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

ΜΠΣ - ολοκλήρωση μαθημάτων Β' εξαμήνου - Με τις καλύτερες ευχές μου!

Προχθές, 22 Οκτωβρίου 2014, ολοκληρώσαμε και τα μαθήματα Β' εξαμήνου ΜΠΣ, στα "Ειδικά θέματα Συγκριτικού και Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου" και θελήσαμε να ..απαθανατίσουμε την ημέρα!


Και στο Α' εξάμηνο (στο "Συγκριτικό Δίκαιο") και στο μάθημα του Β' εξαμήνου, όλα πήγαν περίφημα!




Όπως έγραψα στον πολύτιμο εκπρόσωπο της κατεύθυνσης ΙΔΔ, Γιώργο Ζαχαροδήμο (και θα το διαβιβάσει σε όλες/ους), με είχε συγκινήσει από την αρχή το φιλότιμο και το ενδιαφέρον τους. Στο πρώτο εξάμηνο παρακολούθησαν το μάθημά μου και πολλοί/ές των άλλων δύο κατευθύνσεων, Ευρωπαϊκού Δικαίου και Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου. Στο δεύτερο εξάμηνο επίσης παρακολούθησαν το μάθημά μου πάρα πολλοί/ές της κατεύθυνσης Ευρωπαϊκού Δικαίου. Και, όπως ενδόμυχα το είχα προβλέψει, κατάφεραν να διαπρέψουν σε χώρο που στη συντριπτική τους πλειοψηφία δεν γνώριζαν πριν καθόλου.

Λέω συχνά ότι το βασικό μου καθήκον ως καθηγήτριας είναι, όχι να βάλω με το ζόρι τις γνώσεις στο κεφάλι των φοιτητών/τριών, παρά να κινητοποιήσω το ενδιαφέρον και την περιέργειά τους, "να τους ανοίξω την πόρτα" στους θησαυρούς που κρύβονται από πίσω! Και χαίρομαι πολύ που [και αυτή τη χρονιά] μπήκαν με τόση φούρια!! Ήταν μία από τις καλύτερες χρονιές!!

                     Με τις καλύτερες ευχές μου, να είστε πάντα καλά και να προχωράτε!


PhD Comparative Law - Διδάκτωρ Συγκριτικού Δικαίου



Χθες έγινε η προφορική εξέταση και ολοκληρώθηκε με μεγάλη επιτυχία η "πορεία" της υπό την επίβλεψή μου διδακτορικής διατριβής της κ. Β. Καραγκούνη.

Το θέμα της διδακτορικής διατριβής: "Η αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού στο ελληνικό και στο αγγλικό δίκαιο - Συγκριτική μελέτη".

Διδάκτωρ πλέον η κ. Βίκυ Καραγκούνη! Μεγάλη η χαρά και η συγκίνησή μου, είναι η πρώτη ολοκλήρωση διδακτορικού υπό την επίβλεψή μου.

                                             Συγχαρητήρια!!! Με υγεία και κάθε καλό!!

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

Φινλανδία - Finlandia - Suomi

Όπως σας είπα σε προηγούμενη ανάρτηση, συναντηθήκαμε με τον Φινλανδό συνάδελφο κ. Mattila (Professor of Legal Linguistics, emer.) και τη σύζυγό του Virpi, την προηγούμενη Τρίτη βράδυ, στο κτίριο Κωστή Παλαμά, για δείπνο. Πριν λίγες ώρες μου έστειλαν τις πολύ όμορφες αυτές φωτογραφίες. Εξαιρετικά ευγενείς άνθρωποι. Επαλήθευσαν ακόμα μια φορά την άποψη που είχα για τους Φινλανδούς - έχω γνωρίσει αρκετούς και μπορώ να πω ότι η ευγένεια του χαρακτήρα τους είναι ο κανόνας.

Χάρηκα πάρα πολύ που ξαναείδα τον πολύ αγαπητό συνάδελφο και που γνώρισα τη γλυκύτατη σύζυγό του. Ελπίζω να ξανασυναντηθούμε στο μέλλον.



Τιμής ένεκεν, μουσική συνθετών της πατρίδας τους:

Einojuhani Rautavaara, "Cantus Arcticus":  https://www.youtube.com/watch?v=_v5K2H_w0VE
(πολύ αγαπημένος μου συνθέτης κάποια εποχή - είχα αγοράσει τότε πάρα πολλά cd με έργα του)



Esa-Pekka Salonen, Violin Concerto: https://www.youtube.com/watch?v=5IH9nLNDHnA
(μιλάει και ο ίδιος στο βίντεο)




Και ο εθνικός τους συνθέτης (η μουσική του έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της εθνικής Φινλανδικής ταυτότητας):

Jean Sibelius, "Finlandia": https://www.youtube.com/watch?v=F5zg_af9b8c

Έχουν και κοινά χρώματα οι σημαίες των δύο χωρών!:







Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

Romeo e Giulietta

Στο Μιλάνο παρακολούθησα μια θεϊκή παράσταση μπαλέτου - πρεμιέρα - alla Scala.

Romeo e Giulietta - Roberto Bolle & Alina Somova: Beyond words...

                                                            Φωτογραφία από πρόβα



Αγαπημένο τραγούδι, ταιριάζει στην ιστορία...:

Ελευθερία Αρβανιτάκη, "Θέλω να σε δω": https://www.youtube.com/watch?v=Ne4s_Ob0Ods





One of the best songs ever:

Led Zeppelin, "All of my love":  https://www.youtube.com/watch?v=cdERUjC0rYw




And another one:

Sweet: "Love is like Oxygen": https://www.youtube.com/watch?v=kRVwcPTnug8










Comparative Legal Linguistics - Prof.Dr. Heikki Mattila

Σας έχω ξαναμιλήσει για το σπουδαίο αυτό βιβλίο του Prof.Dr. Heikki Mattila. Η βιβλιοκρισία που έγραψα για αυτό, θα δημοσιευθεί στη Revue Hellénique de Droit International.

Την προηγούμενη εβδομάδα ήσαν με τη σύζυγό του στην Αθήνα - ολοκληρώνοντας ένα ταξίδι στην Ελλάδα - και είχα την τιμή και τη μεγάλη χαρά να φάμε μαζί ένα βράδυ. Όταν μου στείλουν και 1-2 φωτογραφίες που βγάλαμε, θα τις αναρτήσω εδώ.

Οι φωτογραφίες στην ανάρτηση αυτή είναι από τα μαγευτικά ..ταβάνια του Palazzo della Banca Commerciale Italiana, στο Μιλάνο (μην ανησυχείτε, δεν έχω άλλες φωτογραφίες ταβανιών, αυτές κλείνουν τον συγκεκριμένο κύκλο!)







Heikki E.S. Mattila, Comparative Legal Linguistics. Language of Law, Latin and Modern Lingua Francas, 2nd ed., Ashgate 2013, 485 p. and Jurilinguistique comparée. Langage du droit, latin et langues moderns, Editions Yvon Blais 2012, 646 p.

            Heikki E.S. Mattila’s Comparative Legal Linguistics/Jurilinguistique comparée is a treasure for all jurists and not only for those who care about comparative legal studies.
            The English book is the second edition – the first appeared in 2006. The French (printed in Quebec) appears for the first time. Both books have their origin in the Finnish book Vertaileva oikeuslingvistiikka (2002).
            The book[1] has a General Introduction, a Part referring to the Legal language as a Language for Special Purposes, a Part referring to the Major Languages in the World (legal Latin, legal German, legal French, legal Spanish) and a Conclusion. One can only admire the richness of the bibliography used.
            The author writes in a very detailed way about the functions of legal language (p. 41-85), the characteristics of legal language (p. 87-136), the legal terminology (p. 137-160). The Part about the Major Legal Languages (p. 161-351) is a real Pandora’s box. Mattila describes the history of those legal languages and insists on the influences exercised by and upon each of them.
            Law is expressed by language[2], written or oral[3]. Therefore, the comparatist has to try and make intelligible every law articulated in a language different from his/her own[4].
            “No matter how you look at it”, says J.E. Chamberlin, “the Tower of Babel overshadows the ground below, spreading confusion and conflict all around. … confusion of languages, roughly seven thousand of them still spoken around the world, with many more dialects fiercely defended as makers of dignity and dominion…”[5].
            As it is pointed out, the general linguistic theory admits that all the languages are equal: they are built on the same model, without of course them being identical on all levels. The equality between laws is also undoubted. The fact that certain laws are classified as and called “Grands systèmes de droit” is due to historical, political and economic reasons; is due to the influence that, for all the above reasons, these laws exercised to the laws of many parts of the world[6].
            The way each law, each legal system uses the language is crucial for it[7]. Law is not immune from language’s limitations[8]. Obviously therefore, by paying attention to the different aspects of the language, we can study law in depth, we can perceive its nature, we can interpret it.
           The relation between law and language attracted many researchers, in different fields of research: jurists, sociologists, social anthropologists, ethnologists, linguists – of various directions, such as social linguists or discourse analysts. Consequently, there are different approaches to this subject, each of which has different aims[9].
            Legal discourse in each culture has its own structure[10]. Law, “a symbolic construction”[11], is the result of many influences - historical, philosophical, cultural. Contrary to what some prejudiced jurists believe, all peoples have developed a legal terminology[12], “all legal systems develop certain linguistic features that differ from those of ordinary language”[13]. The words of the law constitute the legal language/terminology, which is a technical language, a sub-category of the general language[14].
            Mattila focuses in his book, on the legal terminology. He points out that the “conservative nature of legal language allows a clearer view of linguistic evolution than ordinary language” (p. 73).
            Comparative legal studies need the translation[15], need the recreation of an already existing identity[16]. Mattila, in his Conclusion (p. 353-361), speaks about the Problems of Lexical Comprehension (p. 359-362) and points out the danger of misleading translations.
As Sergio Ramírez says: “… la lengua no es solamente una forma de expresión que uno pueda cambiar en la boca a mejor conveniencia, sino que es la vida misma, la historia, el pasado, y aun más que eso, el existir en función de los demás, porque la lengua sola de un individuo hablando en el desierto no tendría sentido, menos por un escritor, que si existe es porque alguien más comparte sus palabras, y las vuelve suyas”[17].




[1] Pages referred, are those of the English edition.
[2] H.E.S. Mattila, Comparative Jurilinguistics: A Discipline in Statu Nascendi, in: Multilingualism and the Harmonisation of European Law (B. Pozzo/V. Jacometti, eds.), Kluwer Law International BV, The Netherlands, 2006, 21: “Law is necessarily bound to human language. Hence, the language of law is as old as law itself and has drawn people’s attention from different viewpoints since ancient times”.
[3] H.E.S. Mattila, Legal Language: History, in: The Elsevier Encyclopedia of Language and Linguistics, 2006, 8.
[4] S. Glanert, De la traductibilité du droit, Dalloz, Paris 2011, 10.
[5] J.E. Chamberlin, Common Ground around the Tower of Babel, in: Storied Communities. Narratives of Contact and Arrival in Constituting Political Community (H. Lessard, R. Johnson, J. Weber, eds.) UBC Press 2011, p. 125.
[6] S. Monjean-Decaudin, Territorialité et extraterritorialité de la traduction du droit, Meta : journal des traducteurs 55 (2010) p. 693, 695-696.
[7] K. Galuskina, Jurilinguistique : du langage spécialisé vers la linguistique de spécialité, Romanica Cracoviensia 2011, p. 146.
[8] S. Glanert, Europe, aporetically: A Common Law without a Common Discourse, Erasmus Law Review 5 (2012) 135, 142.
[9] E. Panaretou, Legal Discourse. Language and structure of the laws [in Greek], Papazisis Editions, Athens 2009, p. 41.
[10] B. Pozzo, Comparative law and language, in: The Cambridge Companion to Comparative Law (M. Bussani/U. Mattei, eds), Cambridge University Press, 2012, p. 88, 102.
[11] A. Wagner/J.-C. Gémar, Materializing Notions, Concepts and Language into Another Linguistic Framework, International Journal for the Semiotics of Law 26 (2013) p. 731, 739.
[12] See M. Stephens, “Wrestling with the Taniwha”: An Analysis of Two Maori Language Texts and their Engagement with Western Legal Concepts (2008) 14 Revue Juridique Polynésienne p. 135, 136.
[13] P.M. Tiersma, A History of the Languages of Law, in: Oxford Handbook on Language and Law (L. Solan & P. Tiersma, eds.), Oxford University Press, 2012, p. 13.
[14] See J.-C. Gémar, De la traduction (juridique) à la jurilinguistique. Fonctions proactives du traductologue, Meta : journal des traducteurs 50 (2005), who points out that legal linguistics is a personal know-how, which evolved in professional praxis.
[15] « Toute étude juridique comparative se fonde sur un acte de traduction », S. Glanert, Comparaison et traduction des droits : à l’impossible tous sont tenus, in : Comparer les droits, résolument (P. Legrand dir.), Paris 2009, p. 279.
[16] J. Gaaker, Judex translator: the reign of finitude, in: Methods of Comparative Law (P.G. Monateri, ed.), Research Handbooks in Comparative Law, Edward Elgar, 2012, p. 252, 258.
[17] S. Ramírez, Una lengua cambiante y multiple, El País, 26.10.2013, p. 29.

                                                                               Book review by Prof.Dr. Elina N. Moustaira





Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

Parthenon sculptures


Πολύς ντόρος έγινε για την άφιξη της κυρίας Clooney και των δύο Άγγλων δικηγόρων - όπως παρατηρήσατε ίσως, δεν την αναφέρω ως δικηγόρο, διότι αν δεν κάνω λάθος, περισσότερο απασχόλησε η παρουσία της ως συζύγου του γνωστού ηθοποιού και σκηνοθέτη, παρά η δικηγορική της ιδιότητα. Άλλωστε, οι πολύ έμπειροι δικηγόροι είναι ακριβώς οι άλλοι δύο (τυχαίνει να γνωρίζομαι με τον Norman Palmer και ξέρω πολύ καλά τη φήμη και τις ικανότητές του), οι οποίοι λίγο απασχόλησαν τις κάμερες.


Δεν ακούσαμε τίποτα καινούριο στις δηλώσεις της κυρίας. Δεν υπήρχε περίπτωση, άλλωστε, να ακούσουμε κάτι καινούριο. Τα γεγονότα είναι γνωστά, τα νομικά προβλήματα είναι γνωστά, όπως επίσης γνωστές και λεπτομερώς αναλυθείσες στο παρελθόν από κάποιους από εμάς είναι και οι εναλλακτικές λύσεις.

Το 2000 είχε γίνει ένα εκπληκτικό διεθνές συνέδριο στην Αθήνα, στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία, με γενικό τίτλο "Ο Παρθενώνας. Η επιστροφή των Γλυπτών", που το είχαν οργανώσει από κοινού το Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών και Ανθρωπισμού "Ιωάννης Καποδίστριας" και ο Οργανισμός Πολιτιστικοί Ορίζοντες. Στο συνέδριο εισηγητές ήσαν πολλοί Έλληνες και αλλοδαποί επιστήμονες - μεταξύ αυτών και ο Norman Palmer και ο David Hill. 

Η δική μου εισήγηση αφορούσε ακριβώς αυτό που παρουσίασαν αυτές τις ημέρες τα μέσα ενημέρωσης σαν "καινούριο", δηλαδή τη "Διεκδίκηση των Γλυπτών του Παρθενώνα, ζήτημα Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου". Δημοσιεύθηκε μαζί με τις άλλες εισηγήσεις σε τόμο εξαιρετικό των εκδόσεων Ι. Σιδέρη. Την έχω αναρτήσει και στο blog:

http://elinamoustaira.blogspot.com/2013/08/blog-post_10.html



Στο Μιλάνο, περνώντας απέναντι από τη Σκάλα, γωνία πλατείας και via Manzoni, είδα τον τίτλο μιας έκθεσης που μου κίνησε την περιέργεια: "Da Canova a Boccioni". Μπήκα να δω την έκθεση και ενθουσιάστηκα και με το κτίριο, το οποίο είναι το Palazzo della Banca Commerciale Italiana - κάθε αίθουσα είχε - μεταξύ άλλων - διαφορετικά σμιλεμένο ταβάνι. Είχα πιαστεί να φωτογραφίζω ανάποδα!! Έχω ήδη δείξει κάποια από αυτά, στο άμεσο μέλλον θα δείξω και άλλα.

Στην ανάρτηση αυτή βλέπετε χώρους και έργα της έκθεσης αυτής.




Ο Canova ήταν ένας εκπληκτικός καλλιτέχνης - γλύπτης του τέλους του 18ου αιώνα και αρχών του 19ου.  Θυμήθηκα όμως και κάποια άλλα γεγονότα της ζωής του, τα οποία είχα διαβάσει και στα οποία είχα αναφερθεί στο βιβλίο μου "Συγκριτικό Δίκαιο και Πολιτιστικά Αγαθά", Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2012:

Γλυπτά του Παρθενώνα στο Βρετανικό Μουσείο

            Αυτό το εξαιρετικά σημαντικό για τους Έλληνες ζήτημα έχει αναφερθεί και περιγραφεί πλειστάκις από νομικούς, ιστορικούς, αρχαιολόγους, κλπ. και έχει αποτελέσει και θέμα – συχνά αποκλειστικό – συνεδρίων, όπου έχουν αναλυθεί τα νομικά και ηθικά ζητήματα καθώς και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς. Συνοπτικά, θα μπορούσαν να αναφερθούν τα εξής:
Η υπόθεση αυτή αποτελεί «απλώς» την πλέον διαβόητη περίπτωση μιας μαζικής μετανάστευσης μνημείων και έργων τέχνης, που προκλήθηκε από εθνικές φιλοδοξίες που εκφράζονταν μέσω των μουσείων, κατά την μετά τον Ναπολέοντα χρονική περίοδο στην Ευρώπη, δηλώνεται. Πίσω από τη συλλεκτική δραστηριότητα των παλαιότερων και μεγαλύτερων μουσείων της Ευρώπης, κρύβονται εθνική ματαιοδοξία, απληστία και επεκτατισμός[1].
            To 1798, ο Ναπολέων εισέβαλε στην Αίγυπτο με σκοπό να επεκτείνει την αυτοκρατορία του και να φράξει τους Βρετανικούς εμπορικούς δρόμους προς την Ινδία. Δεδομένου ότι η Αίγυπτος ήταν τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι μεν Γάλλοι θεωρήθηκαν από τους Οθωμανούς ως εχθροί, οι δε Βρετανοί ως σύμμαχοι. Μια σειρά από νίκες των Βρετανών, που είχε ξεκινήσει το 1798 με την καταστροφή του Γαλλικού στόλου από τον Λόρδο Nelson, στη μάχη του Νείλου, είχε ως αποτέλεσμα την παράδοση των Γάλλων, το 1801 και ενίσχυση της θέσης των Βρετανών, προς τους οποίους οι Οθωμανοί αισθάνονταν «ευγνωμοσύνη»  για τις ανωτέρω νίκες τους επί των Γάλλων.
            Το 1798, με επιστολή του προς τον Άγγλο Υπουργό Εξωτερικών, ο Σκωτσέζος ευγενής Thomas Bruce, 7ος λόρδος Elgin αυτοπροτάθηκε για τη θέση του πρέσβυ της Αγγλίας στην Υψηλή Πύλη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στην Κωνσταντινούπολη, επικαλούμενος λόγους υγείας[2] και διορίστηκε το 1799, παραμένοντας στη θέση αυτή μέχρι το 1803.
Στον δρόμο προς την Κωνσταντινούπολη, πέρασε από την Ιταλία και – αντιγράφοντας την τακτική του Ναπολέοντα – προσέλαβε ζωγράφους και αρχιτέκτονες για να αντιγράψουν έργα της Ελληνικής αρχαιότητας[3]. Αυτοί, με επικεφαλής τον ζωγράφο Giovanni Batista Lusieri, έφθασαν στην Αθήνα, κατά τα τέλη Ιουλίου 1800. Προκειμένου να έχουν πρόσβαση στην Ακρόπολη, δωροδοκούσαν τον Τούρκο φρούραρχο (dizdar), από τον Αύγουστο του 1800 μέχρι τον Απρίλιο του 1801. Ο πρόκριτος των Αθηνών, Λογοθέτης, ζητούσε να σταλεί στην Αθήνα φιρμάνι για να επιτρέπεται η είσοδος στους καλλιτέχνες που είχε προσλάβει ο Elgin.
O Lusieri μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, την άνοιξη του 1801, προκειμένου να αναφέρει την πρόοδο των εργασιών και να ζητήσει το φιρμάνι, όμως επιστρέφοντας στην Αθήνα δεν το είχε. Το έγγραφο, με βάση το οποίο αφαιρέθηκαν οι μετόπες του Παρθενώνα, η Καρυάτιδα και τα άλλα μνημεία από την Ακρόπολη, εκδόθηκε την 1η Ιουλίου 1801, υποθετικά δεύτερο φιρμάνι, του οποίου όμως υπάρχει μόνον μια ιταλική μετάφραση[4]. Το έγγραφο αυτό έδινε την άδεια αντιγραφής και αποτύπωσης των μνημείων, όχι όμως απόσπασης τμημάτων από αυτά.
Άνθρωπος – κλειδί στην όλη αυτή υπόθεση, ήταν ο William Richard Hamilton, ο οποίος, ως ιδιωτικός γραμματέας του Elgin στην Κωνσταντινούπολη, αφενός διαπραγματεύθηκε την παράδοση των Γάλλων στην Αίγυπτο[5], αφετέρου συνέβαλε στην απόκτηση των γλυπτών για τη Βρετανία. Μετά τη θητεία του στην υπηρεσία του Elgin, στην Κωνσταντινούπολη, προήχθη σε υφυπουργό εξωτερικών (undersecretary of state for foreign affairs), συμμετέσχε στις συνομιλίες για την ειρήνη στην Ευρώπη, το 1815 και χρησιμοποίησε την επιρροή του για να επιτευχθεί ο επαναπατρισμός των έργων τέχνης στα Ευρωπαϊκά κράτη. Μεγάλη ήταν η συμβολή του κυρίως στον επαναπατρισμό των παπικών θησαυρών, τον οποίο επεδίωξε τότε και επέτυχε ο φίλος του, Antonio Canova[6].
Ο Elgin, αργότερα, πρότεινε τα γλυπτά  προς πώληση στη Βρετανική κυβέρνηση, έχοντας περιέλθει σε δεινή οικονομική κατάσταση. Θέλοντας η Βρετανική κυβέρνηση να δείξει ότι κρατούσε υψηλή ηθική στάση και ότι οι πράξεις του Elgin δεν είχαν καμία σχέση με τις λεηλασίες πολιτιστικών αγαθών από τους Γάλλους, προέβη σε ειδική έρευνα σχετικά με την απόκτηση των γλυπτών από τον Elgin. Με βάση διάφορες μαρτυρίες, μια κοινοβουλευτική επιτροπή, που είχε επιφορτισθεί με την έρευνα αυτή, κατέληξε στο ότι ναι μεν ο Elgin είχε υπερβεί τα επιτρεπόμενα από την άδεια που είχε λάβει, αλλά ότι, αφού οι Οθωμανικές αρχές δεν έφεραν ποτέ αντίρρηση στην απόσπαση ή στην εξαγωγή των γλυπτών, σε όλη τη διάρκεια των ενεργειών αυτών, τίποτε μεμπτό δεν είχε λάβει χώρα[7]. Και, όπως είπε, δεδομένου ότι ο Elgin τα είχε αγοράσει με δικά του χρήματα, εδικαιούτο να αντιμετωπίζει τη συλλογή ως προσωπική του ιδιοκτησία και να την πωλήσει στο Βρετανικό κράτος× ότι πατριωτισμός ήταν το κίνητρό του και όχι το κέρδος...
Το 1816 αγοράσθηκαν τα γλυπτά από τη Βρετανική κυβέρνηση και τοποθετήθηκαν στο Βρετανικό Μουσείο, όπου κείνται πάντα – κατά τα τελευταία πενήντα έτη σε όμορφες αίθουσες τις οποίες πληρώνει ο έμπορος έργων τέχνης Joseph Duveen. Ο Canova, ξεπληρώνοντας τη βοήθεια του Hamilton στον επαναπατρισμό των παπικών θησαυρών, υποστήριξε την αγορά και εξέφρασε την «υψηλή υποχρέωση» (high obligation) που θα έπρεπε να οφείλουν όλοι οι καλλιτέχνες στον Elgin, «που έφερε αυτά τα μνημειώδη και θαυμαστά γλυπτά στη γειτονιά μας» (for having brought these memorable and stupendous sculptures into our neighborhood) [8]!
Ο αγώνας της Ελλάδας για επαναπατρισμό των γλυπτών είναι συνεχής, ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες. Έχουν γραφεί πολλά και αναλυτικά για το θέμα αυτό και τα επικαλούμενα από την Ελλάδα επιχειρήματα, μεταξύ των οποίων είναι και αυτό της αρχής της ακεραιότητας του πολιτιστικού αγαθού[9]. Η Βρετανία αρνείται, θεωρώντας ότι τα έχει αποκτήσει νόμιμα και ότι αποτελούν τμήμα της Βρετανικής πολιτιστικής κληρονομιάς! Δεν φαίνεται πιθανή η επιτυχής για την Ελλάδα έκβαση ενδεχόμενης προσφυγής σε εθνικά δικαστήρια. Η υπόθεση των γλυπτών είναι μια από τις τρεις που εκκρεμούν τα τελευταία χρόνια ενώπιον της Διακυβερνητικής Επιτροπής της UNESCO για την προώθηση της επιστροφής πολιτιστικής ιδιοκτησίας στις χώρες καταγωγής της ή της απόδοσής της στην περίπτωση παράνομης ιδιοποίησης. Κατά την 16η Σύνοδο (21-23 Σεπτεμβρίου 2010) της Επιτροπής, δεν υπήρξε κάποια πρόοδος σχετικά, παρά μόνο στο ότι συμφωνήθηκε να γίνεται αναφορά σε «γλυπτά του Παρθενώνα» (Parthenon sculptures) και όχι πια σε «μάρμαρα του Παρθενώνα» (Parthenon marbles) ή σε «Ελγίνεια μάρμαρα» (Elgin marbles)[10].
Η Ελλάδα ανήκει στα λεγόμενα κράτη–πηγές ή κράτη–εξαγωγείς πολιτιστικών αγαθών× όπου, βέβαια, η εξαγωγή γίνεται ακούσια, δηλαδή στην πραγματικότητα πρόκειται για αρχαιοκαπηλεία. Έχει επικυρώσει η Ελλάδα τις Διεθνείς Συμβάσεις της UNESCO του 1970 (το 1981) και του UNIDROIT του 1995 (το 2007). Μαζί με πολλά άλλα κράτη μάχεται για τον επαναπατρισμό βιαίως απομακρυνθέντων πολιτιστικών αγαθών της, για την αποκατάσταση της ακεραιότητας αυτών, της ακεραιότητας της ταυτότητάς της. Ηθικό κυρίως, όπως τονίζεται, το χρέος επαναπατρισμού των πολιτιστικών αγαθών.
«Τα μουσεία είναι κόσμοι, μην αμφιβάλλουμε» (Les musées sont des mondes, nen doutons pas), δηλώνει στο  - αναμφίβολα – πολύ ωραίο κείμενό του, ο Γάλλος συγγραφέας J.M.G. Le Clézio[11], το οποίο έγραψε με αφορμή την έκθεση με τον ίδιο τίτλο, που οργάνωσε το Λούβρο, τέλη του 2011 με αρχές του 2012. Είναι αλήθεια. Το πρόβλημα είναι όμως ότι συχνά οι «κόσμοι» αυτοί δημιουργήθηκαν ερήμην ή και ακόντων των πραγματικών κόσμων, τους οποίους θέλουν να αναπαραστήσουν. Ποιός κόσμος, λοιπόν, πρέπει να προτιμηθεί; Ο τεχνητός που αναπαρίσταται ή ο πραγματικός, η ταυτότητα του οποίου έχει τρωθεί με την αφαίρεση τμημάτων του;





[1] A. McClellan,The Art Museum from Boullée to Bilbao, University of California Press, Berkeley/Los Angeles/London 2008, 247.
[2] Το μεσογειακό κλίμα και τα θερμά θαλάσσια λουτρά θα τον ωφελούσαν, βλ. Ν.Θ. Χολέβα, Ιδεολογικές προσεγγίσεις πάνω στην επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα, στο: Ο Παρθενώνας. Η επιστροφή των γλυπτών. Ιστορική, Πολιτιστική, Νομική προσέγγιση (επιμ. Μ. Μαρούλη – Ζηλεμένου), Εκδόσεις Ι. Σιδέρης, Αθήνα 2004, 123.
[3] Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, αυτό είχε κάνει και ο Ναπολέων όταν εκστράτευσε κατά της Αιγύπτου, επιδιώκοντας απόκτηση σχετικών γνώσεων και αρχαίων αντικειμένων για τα μουσεία στο Παρίσι. Η φαινομενικά άδολη επιδίωξη γνώσεων, βέβαια, κάλυπτε τεράστια συλλεκτικά συμφέροντα. Μεταξύ των ευρημάτων των Γάλλων, τότε, ήταν και η στήλη της Ροζέττας, η οποία αργότερα έδωσε το «κλειδί» για την αποκρυπτογράφηση των Αιγυπτιακών ιερογλυφικών. Μετά την ήττα των Γάλλων, το 1801, οι Βρετανοί πήραν το πολύτιμο αυτό αντικείμενο και το έστειλαν στο Λονδίνο, όπου και εδέσποζε πλέον ως τρόπαιο, στο Βρετανικό Μουσείο, βλ. και A. McClellan,The Art Museum from Boullée to Bilbao, University of California Press, Berkeley/Los Angeles/London 2008, 249.
[4] Κατά μια άποψη, το έγγραφο αυτό αυτό αποτελούσε τμήμα μάλλον της διαδικασίας αίτησης για φιρμάνι, παρά μετάφραση του τελικού κειμένου, βλ. D. Rudenstine, A tale of three documents: Lord Elgin and the missing historic 1801 Ottoman document, 22 Cardozo Law Review 1870 (2001)× τον ίδιο, Lord Elgin and the Ottomans: the question of permission, 23 Cardozo Law Review 452 (2002). Απορρίπτει αυτή την άποψη, ο D. Williams, Lord Elgin’s firman, Journal of the History of Collections 21 (2009) 49, 56, στέλεχος του Βρετανικού Μουσείου.
[5] Αυτός ήταν που πήρε και τη στήλη της Ροζέττας και την έστειλε στο Λονδίνο.
[6] Βλ. και ανωτέρω, Κεφάλαιο Δεύτερο, Γ. Ο Canova τον αντάμοιψε για τις προσπάθειές του, συμπεριλαμβάνοντας τη μορφή του σε ένα fresco που ζωγράφισε στο Βατικανό, σε ανάμνηση της επιστροφής αυτών των παπικών θησαυρών.
[7] Ανάλογη «ικανότητα» απόκτησης σημαντικών αρχαιολογικών θησαυρών είχε επιδείξει ο Elgin και στην περίπτωση της στήλης του Σιγείου – η οποία επίσης εκτίθεται στο Βρετανικό Μουσείο. Πρόκειται για μια μαρμάρινη στήλη, ύψους 2,31 μέτρων, η οποία βρισκόταν έξω από μια εκκλησία, στο χωριό Yenisehir, 15 χιλιόμετρα από την Τροία, και κοντά στον χώρο όπου βρισκόταν το αρχαίο Σίγειον. Αποτελεί η στήλη αυτή παράδειγμα Ελληνικού αλφαβήτου με γραφή βουστροφηδόν: από αριστερά στα δεξιά και η επόμενη σειρά από δεξιά στα αριστερά, κ.ο.κ. Την είχε πρωτοανακαλύψει το 1710 ο Βρετανός πρόξενος στη Σμύρνη. Μέχρι την άφιξη του Elgin στην Κωνσταντινούπολη δεν είχε καταφέρει κανείς να την αφαιρέσει. Στο δρόμο του προς τα εκεί, συναντήθηκε με μια στρατιωτική αποστολή στα Δαρδανέλλια, η οποία αποστολή βοηθούσε τους Οθωμανούς που πολεμούσαν με τους Γάλλους εισβολείς στην Αίγυπτο και τη Συρία. Με τη βοήθειά τους και με τη βοήθεια του Γενικού Ναυάρχου του Οθωμανικού στόλου, του τοπικού κυβερνήτη, και αρκετών Βρετανών αξιωματικών και στρατιωτών, αφαιρέθηκε η στήλη, παρά την αντίσταση που προέβαλαν οι σχεδόν αποκλειστικά Έλληνες κάτοικοι του χωριού. Ήταν τα πρώτα κομμάτια της διαβόητης συλλογής του Elgin, βλ. F. Thomasson, Justifying and Criticizing the Removals of Antiquities in Ottoman Lands: Tracking the Sigeion Inscription, International Journal of Cultural Property 17 (2010) 493, 498-499.
[8] E.Q. Visconti, A Letter from the Chevalier Antonio Canova and Two Memoirs read to the Royal Institute of France on the Sculptures in the Collection of the Earl of Elgin (printed for John Murray), London 1816, xxii.
[9] Βλ. και Α. Μπρεδήμα, Η Αρχή της Ακεραιότητας (Integrity) του πολιτιστικού αντικειμένου και το θέμα της επιστροφής του, στο: Προστασία και Επιστροφή Πολιτιστικών Αγαθών (επιμ. Α. Σαμαρά – Κρίσπη), Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2011, 117.
[10] F. Shyllon, The 16th Session of the UNESCO Intergovernmental Committee for Promoting the Return of Cultural Property to its Countries of Origin or its Restitution in Case of Illicit Appropriation, 21-23 Sept. 2010, International Journal of Cultural Property 18 (2011) 429, 430.
[11] J.M.G. Le Clézio, Les musées sont des mondes, Gallimard et musée du Louvre éditions, Paris 2011, 19.


Φωτογράφιζα το παρτέρι σε ένα δρόμο του Μιλάνου και μου άρεσε η αντίθεση των χρωμάτων!!